«Οι δυσκολίες δεν είναι παρά πράγματα που πρέπει να ξεπεραστούν», έλεγε ο θρυλικός θαλασσοπόρος για τις αμίμητες περιπέτειές του στην παγωμένη Ανταρκτική και τον υπεράνθρωπο άθλο του να κρατήσει ζωντανούς το πλήρωμά του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο σερ Έρνεστ Σάκλετον ήταν βρετανός εξερευνητής ιρλανδικής καταγωγής που έβαλε σκοπό να δαμάσει το τελευταίο σύνορο του πλανήτη και την πιο απομονωμένη ήπειρο στην υφήλιο, μια τεράστια έκταση άγριας ομορφιάς από θάλασσα, πάγο και πέτρα που είπαμε Ανταρκτική.

Η αποστολή του όμως έμελλε να μετατραπεί σε μια οδύσσεια που θα δοκίμαζε τα όρια της ανθρώπινης πνευματικής και σωματικής αντοχής, μια ιστορία γεμάτη κακουχίες και αυταπάρνηση που έμελλε να σφραγίσει τη σταυροφορία για την κατάκτηση του Νότιου Πόλου.

Η δική του ιστορία δεν περιλαμβάνει εξερευνητικούς άθλους, καθώς η μοίρα του ήταν να συμμετέχει σε καταδικασμένες αποστολές, όπως την Εθνική Αποστολή στην Ανταρκτική του Ρόμπερτ Σκοτ (1901-1904), όταν γλίτωσε από θαύμα τη ζωή του. Κατόπιν, μέσα στη λυσσαλέα κούρσα τους για την κατάκτηση του Νότιου Πόλου, ο Σκοτ θα πέθαινε, ο Αμούνδσεν θα πατούσε τον Νότιο Πόλο και ο Σάκλετον θα έβαζε πλώρη για άλλα.

Παρά το τραγικό τέλος της εξερευνητικής αποστολής Discovery, ο Σάκλετον επέμεινε και το 1908 αποβιβάστηκε εκ νέου στην Ανταρκτική, ως αρχηγός της επίσης μυθικής αποστολής Nimrod, όταν αναρριχήθηκε στο Όρος Έρεβος και την επόμενη χρονιά πάτησε για πρώτη φορά στον νότιο Μαγνητικό Πόλο.

Ο ιππότης πια του βρετανικού στέμματος σερ Έρνεστ Σάκλετον δεν επαναπαύτηκε στις δάφνες του και το 1914 επέστρεψε στο παγωμένο σύνορο του πλανήτη με σκοπό να διασχίσει την Ανταρκτική από θάλασσα σε θάλασσα, περνώντας από τον Νότιο Πόλο. Το 1915 όμως το πλοίο του «Καρτερία» παγιδεύτηκε στους πάγους και κομματιάστηκε, αφού έπλεε έρμαιο των ρευμάτων επί δέκα μήνες.

Ο Σάκλετον και οι άνδρες του παρέμειναν εγκλωβισμένοι πάνω στον πάγο για περίπου πέντε μήνες. Μετά επιβιβάστηκαν σε τρεις μικρές βάρκες και ξεκίνησαν για το ακατοίκητο νησί Ελέφαντας, όπου αποβιβάστηκαν σε μια μικρή λωρίδα στεριάς έπειτα από δέκα μήνες στο αφιλόξενο περιβάλλον της Ανταρκτικής. Τότε ήταν που ο Σάκλετον αποφάσισε να πάρει την τύχη του πληρώματος στα χέρια του και με πέντε άντρες επιβιβάστηκε σε μια βάρκα, με σκοπό να αναζητήσει ανθρώπινο πολιτισμό. Έπειτα από ένα ταξίδι 16 ημερών και 1.300 χιλιομέτρων, οι έξι άντρες αποβιβάστηκαν στην ακατοίκητη δυτική πλευρά ενός νησιού της περιοχής, αν και πάλι οι περιπέτειές τους δεν είχαν πάρει τέλος.

Η μόνη τους ελπίδα ήταν να διασχίσουν χωρίς εξοπλισμό την αλπική ενδοχώρα και να φτάσουν σε έναν φαλαινοθηρικό σταθμό στην άλλη πλευρά του νησιού. Ο Σάκλετον και δύο σύντροφοί του κατάφεραν να ολοκληρώσουν το επικό τους ταξίδι στις 21 Μαΐου 1916 και, με τη βοήθεια της χιλιανής κυβέρνησης, να διασώσουν όλους μα όλους τους άντρες του πληρώματος!

Η Αυτοκρατορική Δια-Ανταρκτική Αποστολή του σερ Έρνεστ Σάκλετον παραμένει ένα από τα ορόσημα της λεγόμενης «ηρωικής εποχής των ανταρκτικών εξερευνήσεων», ένας υπεράνθρωπος άθλος της θέλησης δηλαδή που δεν έχει όμοιό του στην ιστορία των αρκτικών αποστολών. Η οδύσσεια του Σάκλετον, όπως το έθεσε κομψά το περιοδικό «Time», «καθόρισε τον ηρωισμό», καθώς ο εξερευνητής ήθελε να επιστρέψει στην αδάμαστη Ανταρκτική, αν και δεν θα προλάβαινε…

Η μοιραία αποστολή της «Καρτερίας»

Την 1η Αυγούστου 1914, την ίδια μέρα που η Γερμανία κήρυττε τον πόλεμο στη Ρωσία, ο Σάκλετον σάλπαρε από το Λονδίνο πάνω στο μοιραίο πλοίο «Καρτερία» (Endurance) για την τρίτη του εκδρομή στο νοτιότερο σύνορο του πλανήτη. Η Αυτοκρατορική Δια-Ανταρκτική Αποστολή του Σάκλετον θα έφερνε τον εξερευνητή και το 28μελες πλήρωμά του σε ένα ταξίδι 3.000 χιλιομέτρων, διασχίζοντας την Ανταρκτική από άκρη σε άκρη.

Ένα συνοδευτικό πλοίο υποστήριξης θα έπλεε στην άλλη πλευρά της ηπείρου για να αφήσει προμήθειες για το τελευταίο τμήμα του ταξιδιού του θαρραλέου Σάκλετον και της παρέας του. Η αποστολή σάλπαρε από το Μπουένος Άιρες στις 27 Σεπτεμβρίου με κατεύθυνση τη νήσο Νότια Γεωργία (στον νότιο Ατλαντικό). Στις 5 Δεκεμβρίου το πλοίο εγκατέλειψε τη νήσο βάζοντας πλώρη για την παγωμένη Θάλασσα Weddell, για να μην ξαναγγίξει στεριά για 497 ημέρες!

Παρά τις άψογες προετοιμασίες και το καλά σκαρωμένο πλάνο του Σάκλετον όμως, ο αστάθμητος παράγοντας έκανε και πάλι την εμφάνισή του: η «Καρτερία» κόλλησε τον πάγο έπειτα από δύο μήνες στη θάλασσα (Ιανουάριος 1915) και τίποτα δεν μπορούσε να γίνει για να απεγκλωβιστεί.

Ο Σάκλετον και οι άντρες του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το πλοίο, το οποίο συνθλιβόταν από τους πυκνούς πάγους, και να στήσουν ένα πρόχειρο κατάλυμα πάνω στους επιπλέοντες πάγους. Η «Καρτερία» βυθίστηκε τελικά αργότερα το 1915 και η αποστολή απέμεινε να περιπλανιέται πάνω στα παγωμένα νερά! Αυτό ήταν φυσικά το τέλος του φιλόδοξου σχεδίου εξερεύνησης, το οποίο μετατρεπόταν τώρα σε οδύσσεια επιβίωσης. Ο νέος στόχος του Σάκλετον ήταν να κατασκηνώσουν και να περάσουν τον χειμώνα στους πάγους.

Μέχρι να βυθιστεί οριστικά το καράβι, το πλήρωμα το είχε μετατρέψει σε χειμερινό κατάλυμα. Ο Σάκλετον έγραψε στο ημερολόγιό του: «Σαν στέκεσαι στον πάγο που τρέμει, φαντάζεσαι ότι ταράζεται από την αναπνοή και τις κινήσεις ενός πανίσχυρου γίγαντα από κάτω». Η «Καρτερία» μετατοπιζόταν ακολουθώντας την κίνηση των πάγων, όντας στο απόλυτο έλεος της απέραντης μάζας τους. Στις 27 Οκτωβρίου 1915, το πλοίο συνθλίφτηκε εντελώς (βούλιαξε οριστικά στις 21 Νοεμβρίου), αν και το πλήρωμα είχε προλάβει να το εκκενώσει.

Οι άντρες κατασκήνωναν τώρα στον πάγο με ό,τι τους είχε απομείνει, λίγες προμήθειες δηλαδή και μερικές σωσίβιες λέμβους, μέσα στις αφιλόξενες συνθήκες της αδάμαστης Ανταρτικής: «Έπειτα από ατέρμονους μήνες συνεχούς αγωνίας και πίεσης, έπειτα από στιγμές ελπίδας και απελπισίας, αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε το πλοίο, το οποίο έχει συνθλιβεί σε βαθμό που δεν υπάρχει ελπίδα να επιδιορθωθεί ποτέ», έγραψε ο εξερευνητής στις 27 Οκτωβρίου.

«Είμαστε ζωντανοί και καλά στη υγεία μας και έχουμε προμήθειες και εξοπλισμό για να φέρουμε εις πέρας την αποστολή μας». Ποια ήταν η αποστολή τους; «Να φτάσουμε στη στεριά με όλα τα μέλη σώα. Είναι δύσκολο να γράψω όσα νιώθω». Οι άντρες έφαγαν τα σκυλιά που είχαν πάρει μαζί τους, καθώς οι προμήθειες σώνονταν επικινδύνως. Ακόμα χειρότερο ήταν ίσως το γεγονός ότι μπορούσαν να δουν τη στεριά, η οποία ήταν ωστόσο απροσπέλαστη λόγω του αδιάβατου πάγου.

Στις 8 Απριλίου 1916, το κομμάτι πάγου όπου ζούσαν άρχισε να θρυμματίζεται. Οι 28 άνδρες στριμώχτηκαν στις τρεις σωσίβιες λέμβους και άρχισαν να πλέουν στο άγνωστο, ελπίζοντας ότι κατευθύνονται σε ένα νησάκι που ήξεραν ότι υπάρχει καταυλισμός φαλαινοθήρων. Δεν είχαν δίκιο! Πάτησαν όμως στεριά έπειτα από 497 ημέρες, στο νησάκι Ελέφαντας, μια βραχονησίδα που κατοικούσαν μόνο πιγκουΐνοι και φώκιες. Παρά ταύτα, ο ενθουσιασμός των ναυτών δεν κρυβόταν: «Γελούσαν σαν τρελοί, έπιαναν τις πέτρες με τις χούφτες τους και άφηναν τα βότσαλα να κυλήσουν ανάμεσα στα δάχτυλά τους, σαν χρυσοθήρες που κομπάζουν κοιτάζοντας τον χρυσό που έχουν συλλέξει».

Ο Σάκλετον έβλεπε όμως τον κίνδυνο, καθώς οι προμήθειες έφταναν στο τέλος τους, και δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό τους. Και τότε έκανε το ηρωικότερο κομμάτι της αποστολής: επιβιβάστηκε σε μια από τις σωσίβιες λέμβους με πέντε από τους δυνατότερους άντρες του με σκοπό να φτάσουν στη νήσο Νότια Γεωργία και να ζητήσουν βοήθεια. Ήταν ένα απέλπιδο ταξίδι πάνω από 1.000 χιλιόμετρα, το οποίο ξεκίνησε στις 24 Απριλίου 1916 για να σώσει τους καταδικασμένους άντρες.

Η νέα αποστολή υπέμεινε θυελλώδεις ανέμους και πελώρια κύματα για 14 ημέρες, οι ναύτες ήταν συνεχώς βρεγμένοι και η βάρκα απειλούσε συνέχεια να ανατραπεί. Κι όμως, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, τα κατάφεραν! Έφτασαν στο νοτιότερο άκρο της Νότιας Γεωργίας, αν και η οδύσσεια δεν είχε πάρει τέλος, καθώς ανθρώπινη παρουσία υπήρχε μόνο στη βόρεια πλευρά του νησιού.

Ο εξαντλημένος Σάκλετον και δύο κατάκοποι άντρες του έβαλαν να διασχίσουν τα βουνά που τους χώριζαν από την ελπίδα, περπατώντας για 36 ώρες το ορεινό και αχαρτογράφητο ηπειρωτικό κομμάτι της νήσου. «Γνωρίζαμε ότι θα ήταν το δυσκολότερο πράγμα που θα επιχειρούσαμε ποτέ, γιατί είχε έρθει ο χειμώνας στην Ανταρκτική». Στις 20 Μαΐου, έφτασαν επιτέλους στον πολιτισμό.

Με τη βοήθεια της χιλιανής κυβέρνησης, οργανώθηκε διασωστική αποστολή για τους άντρες που είχαν παραμείνει τόσο στη Νότια Γεωργία όσο και τη νήσο Ελέφαντα, η οποία χρειάστηκε άλλους τρεις μήνες για να τα καταφέρει. Στις 30 Αυγούστου 1916 διασώθηκαν όλοι και επέστρεψαν ασφαλείς χωρίς την παραμικρή απώλεια ανθρώπινης ζωής, παρά τα δύο σχεδόν χρόνια της απίστευτης περιπέτειάς τους. Ένας άθλος σαφώς μεγαλύτερος από τη διάσχιση της Ανταρκτικής.